Ο χάλκινος έρωτας
Χάλκειόν τις Έρωτα μετήγαγεν εκ πυρός εις πυρ
τήγανον αρμόζων τη κολάσει κόλασιν.
Το χάλκινο άγαλμα του Έρωτα άλλαξε κάποιος σε τηγάνι,
κι η φλόγα του έρωτα έγινε φωτιά, στην κόλασή μας κόλαση.(1)
Η εικόνα της αισθητικής κατάρευσης με τη διαπεραστική ματιά του ποιητή και τη λανθάνουσα γλώσσα του: ένα χάλκινο αγαλματάκι του έρωτα θα γίνει τηγάνι για να μην πάει χαμένος ο χαλκός.
- Ανθολογία Πλανούδη, ΧVI-194, η μετάφραση του Τζίμη Παπανικολόπουλου, από Παπανικολόπουλος Τ., Παλλαδάς ο Αλεξανδρεύς, σελ.306-307.
Σεραπείου έδαφος ουχ υφείλοντο μόνον
και τα περί τον Κάνωβον ιερά ταυτό τούτο έπασχον, Θεοδοσίου μεν τότε βασιλεύοντος, Θεοφίλου δε προστατούντος των εναγών, …, Ευαγρίου δε την πολιτικήν αρχήν άρχοντος, Ρωμανού δε τους κατ΄Αίγυπτον στρατιώτας πεπιστευμένου· οίτινες, άμα φραξάμενοι κατά των ιερών λιθίνων και λιθοξοάνων, επί θυμόν ταύτα βαλλόμενοι, πολέμου δε μήτε ακοήν μήτε παρακοήν υφιστάμενοι, τω τε Σεραπείω κατελυμήναντο και τοις αναθήμασιν επολέμησαν, ανταγώνιστον και άμαχον νίκην νικήσαντες. τοις γουν ανδριάσι και αναθήμασι ες τοσόνδε γενναίως εμαχέσαντο, ώστε ου μόνον ενίκων αυτά, αλλά και έκλεπτον, και τάξις ην αυτοίς πολεμική το υφελόμενον λαθείν. του δε Σεραπείου μόνον το έδαφος ουχ υφείλοντο δια βάρος των λίθων, ου γαρ ήσαν ευμετακίνητοι· συγχέαντες δε άπαντα και ταράξαντες, οι πολεμικώτατοι και γενναίοι, και τας χείρας αναιμάκτους μεν, ουκ αφιλοχρημάτους δε προτείναντες, τους δε θεούς έφασαν νενικέναι, και την ιεροσυλίαν και την ασέβειαν εις έπαινον σφων αυτών κατελογίζοντο.
Τα ιερά στον Κάνωβο είχαν την ίδια τύχη. Βασιλιάς ήταν τότε ο Θεοδόσιος και αρχηγός των ανόσιων ο Θεόφιλος, …, ο Ευάγριος ήταν ο έπαρχος της πόλης, ενώ στον Ρωμανό είχαν ανατεθεί οι στρατιωτικές λεγεώνες της Αιγύπτου. Αυτοί οι άνθρωποι, οχυρωμένοι πίσω από την οργή τους εναντίων των ιερών πέτρινων αγαλμάτων και ξοάνων, ξέσπασαν πάνω σε αυτά τον θυμό τους, χωρίς καν να μιλήσουν για πόλεμο, κατέστρεψαν το Σαραπείο και πολέμησαν τα αναθήματα, κερδίζοντας μία νίκη χωρίς αντιπάλους και αντιμαχίες. Πολέμησαν πραγματικά τόσο γενναία εναντίον των αγαλμάτων και αναθημάτων ώστε όχι μόνο τα νίκησαν αλλά και τα έκλεψαν, και η πολεμική τους τακτική ήταν να κρύβουν τα κλοπιμαία. Μόνο το πάτωμα του Σεραπείου δεν έκλεψαν εξαιτίας του βάρους των λίθων, που δεν μετακινούνταν εύκολα. Οι πολεμοχαρείς και γενναίοι αυτοί άνθρωποι, δείχνοντας αλέρωτα τα χέρια τους από αίμα, όχι όμως και από χρήματα, έλεγαν ότι είχαν νικήσει τους θεούς και λογάριαζαν την ιεροσυλία και την ασέβειά τους για έπαινο. (1)
Το σαρκαστικό χωρίο του Ευνάπιου περιγράφει την ισοπέδωση του ειδωλολατρικού ναού του Σέραπι ή Σάραπι (Σεραπείο ή Σαραπείο), του πιό φημισμένου ίσως ναού της ύστερης αρχαιότητας, που βρισκόταν πάνω στον λόφο Κάνωβο της Αλεξάνδρειας, το 392, στα χρόνια της βασιλείας του αυτοκράτορα Θεοδόσιου.
Όλες οι αρχαίες πηγές που μνημονεύουν το γεγονός αναφέρονται στον επίσκοπο (πατριάρχη;) Θεόφιλο της Αλεξάνδρειας σαν τον βασικό υποκινητή και αυτουργό της καταστροφής, η οποία σημαδεύει παραστατικά τη βίαιη μετάβαση από τον παγανισμό στον χριστιανισμό, με το τελείωμα του 4ου αιώνα.
Ο ναός πρέπει να ήταν κλειστός αφού είχε προηγηθεί το αυτοκρατορικό διάταγμα του 391, που έβαζε λουκέτο σε όλους τους ειδωλολατρικούς ναούς. Την ισοπέδωση του κτίσματος συνόδευσε διαρπαγή όλων όσων ήταν δυνατόν να αφαιρεθούν (από αγάλματα μέχρι αρχιτεκτονικά μέλη) και πυρπόληση, που κατέστρεψε την σημαντική βιβλιοθήκη που διατηρούνταν στο ναό.
- η μετάφραση της “Φιλολογικής Ομάδας Κάκτου”, από Ευνάπιος, Άπαντα, Βίοι φιλοσόφων και σοφιστών, 11.2-11.5, σελ. 84-87
Θεσσαλονίκη 390: άδικα ξίφη κατά πάντων
Θεσσαλονίκη πόλις εστί μεγίστη και πολυάνθρωπος, εις μεν το Μακεδόνων έθνος τελούσα, ηγουμένη δε και Θετταλίας και Αχαΐας και μέντοι και άλλων παμπόλλων εθνών όσα των Ιλλυρίων τον ύπαρχον ηγούμενον έχει. εν ταύτη στάσεως γενομένης τινός κατελεύσθησάν τε και κατεσύρησαν των αρχόντων τινές. ο δε βασιλεύς εξαφθείς υπό των αγγελθέντων ουκ ήνεγκε του θυμού την ορμήν ουδέ τω χαλινώ του λογισμού την τούτου ρύμην εκώλυσεν, αλλά τούτω την ψήφον εξενεγκείν της τιμωρίας επέτρεψεν. ταύτην δε την εξουσίαν εκείνος λαβών, οία δη αυτόνομός τε και τύραννος τον δεσμόν απορρήξας και του λογισμού διαφυγών τον ζυγόν, άδικα ξίφη κατά πάντων εγύμνωσε και τους αθώους μετά των υπευθύνων κατέκτεινεν. επτά γαρ, ως φασιν, ανθρώπων ανηρέθησαν χιλιάδες, ου κρίσεως ηγησαμένης και των τα δεινά εκείνα τετολμηκότων κατακριθέντων, αλλ’ ως εν αμήτω πάντων ομού δίκην ασταχύων κατατμηθέντων. (1)
Η στάση των Θεσσαλονικέων τον Μάιο του 390, έγινε με αφορμή τη δίωξη κάποιου δημοφιλούς ομοφυλόφιλου ηνίοχου τις παραμονές των επίσημων ιπποδρομιών από τον Γότθο στρατιωτικό διοικητή της πόλης Βουδέριχο. Ίσως τα βαθύτερα αίτια να σχετίζονταν με την εγκατάσταση αυτοκρατορικών στρατευμάτων κοντά στην πόλη τα οποία έπρεπε να συντηρούν και να στεγάζουν οι πολίτες της (κατά το θεσμό του μητάτου). Στη στάση του Μαΐου έχασε τη ζωή του και ο Βουδέριχος.
Ο αυτοκράτορας Θεοδόσιος, που βρισκόταν στα Μεδιόλανα (Μιλάνο), έδωσε εντολή για αντίποινα: Το Αύγουστο του 390 και με την ευκαιρία νέων (εικονικών) αγώνων στον ιππόδρομο της Θεσσαλονίκης, ο αυτοκρατορικός στρατός κατέσφαξε το συγκεντρωμένο πλήθος, που υπολογίζεται σε επτά χιλιάδες άτομα από κάποιες πηγές και σε δεκαπέντε χιλιάδες από κάποιες άλλες.
Ο επίσκοπος Μεδιολάνων Αμβρόσιος καταδίκασε τη συμπεριφορά του Θεοδόσιου και αρνιόταν να ιερουργήσει μπροστά στον αυτοκράτορα, μέχρι που αυτός μετανιωμένος ταπεινώθηκε δημόσια και έγινε δεκτός επί τέλους από τον επίσκοπο στην λειτουργία των Χριστουγέννων του 390, πράγμα που αποτέλεσε και την πρώτη νίκη της Εκκλησίας απέναντι στο κράτος.
- Θεοδώρητος Κύρου, Εκκλησιαστική Ιστορία, από Καρπόζηλος Α., Βυζαντινοί ιστορικοί και χρονογράφοι, τ. Α’, σελ. 192-193
Ανεστράφη πάντα τα πράγματα
Ω της μεγίστης του φθόνου πονηρίας·
τον ευτυχή μισεί τις, ον θεός φιλεί.
Ούτως ανόητοι τω φθόνω πλανώμεθα,
ούτως ετοίμως μωρία δουλεύομεν.
Έλληνες εσμέν άνδρες εσποδωμένοι,
νεκρών έχοντες ελπίδας τεθαμμένας·
ανεστράφη γαρ πάντα νυν τα πράγματα.
Ω πόση πονηριά κρύβει ο φθόνος!
Μισούμε όποιον ευτυχισμένο αγαπά ο θεός.
Έτσι ανόητους μας πλανεύει ο φθόνος
κι απερίσκεπτα υπηρετούμε τα σκάνδαλα.
Είμαστε οι Έλληνες τώρα χαμένοι στις στάχτες
κι οι ελπίδες των νεκρών μας θαμμένες.
Γιατί τα πάντα ανάποδα γύρισαν. (1)
Το επίγραμμα του Παλλαδά θρηνεί την κατάσταση των ελλήνων του τέλους του 4ου αιώνα.
- Παλατινή Ανθολογία, Χ-90, η μετάφραση του Τζίμη Παπανικολόπουλου, από Παπανικολόπουλος Τ., Παλλαδάς ο Αλεξανδρεύς, σελ.232-233.
Η απαγόρευση του παγανισμού του 391
Κανείς δεν θα έχει το δικαίωμα να τελέσει θυσίες. Κανείς δεν θα περιφέρεται στους ναούς. Κανείς δεν θα αποδίδει τιμές στα ιερά. Όλοι θα αποδέχονται ότι ο νόμος Μας τους αποκλείει από την άνομη είσοδό τους στους ναούς, έτσι ώστε αν κάποιος επιχειρήσει να κάνει κάτι σχετικό με τους θεούς ή με τις ιερές τελετουργίες, παραβαίνοντας την απαγόρευσή μας, ας γνωρίζει ότι δεν θα αποφύγει την τιμωρία και ότι δεν θα τύχει ειδικών προνομίων ή χάριτος από τον αυτοκράτορα. - 16 Ιουνίου 391 (1)
Η απαγόρευση της παγανιστικής θρησκείας από τον Θεοδόσιο θα ανάψει και επισήμως το πράσινο φως για την ολοκληρωτική καταστροφή - ισοπέδωση πολλών αρχαίων ναών από τους φανατικούς χριστιανούς (κυρίως μοναχούς).
- πρωτότυπο στα λατινικά, η μετάφραση της Αφροδίτης Καμάρα (από Καμάρα Α., Η αντιπαγανιστική νομοθεσία της Ύστερης Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας μέσα από τους Κώδικες, Θεοδοσιανός κώδικας 16.10.11, σελ. 58-61)
Αλλάριχος δια των Πυλών
ο [τε] Αλλάριχος έχων τους βαρβάρους δια των Πυλών παρήλθεν, ώσπερ δια σταδίου και ιπποκρότου πεδίου τρέχων· τοιαύτας αυτώ τας πύλας απέδειξε της Ελλάδος ή τε των τα φαιά ιμάτια εχόντων ακωλύτως προσπαρεισελθόντων ασέβεια, και ο των ιεροφαντικών θεσμών παραρραγείς νόμος και σύνδεσμος
ο Αλλάριχος με τους βαρβάρους του πέρασε τις Θερμοπύλες, σαν να έτρεχε αγώνα δρόμου ή σε ιπποδρομίες. Η ασέβεια των μαυροφορεμένων μοναχών, που εισέβαλαν μαζί του ανεμπόδιστα, άνοιξε σε εκείνον τις πύλες της Ελλάδος· τα θεμέλια των ιεροφαντικών θεσμών άρχισαν να κλονίζονται. (1)
Το διάσημο [(2), (3)] χωρίο που ο Ευνάπιος χρεώνει μέρος της ευθύνης για τις φοβερές καταστροφές που προξένησαν οι Γότθοι του Αλάριχου στη νότια Ελλάδα στους χριστιανούς. Η επιδρομή αυτή του Αλάριχου, που ρήμαξε την Ελλάδα, έγινε το 395-397.
Στο χωρίο καυτηριάζεται η έλλειψη (στρατιωτικής) αντίστασης στις Θερμοπύλες, που ήταν ανέκαθεν το κατ’ εξοχήν σημείο ανακοπής των βαρβαρικών επιδρομών προς τη νότια Ελλάδα και υπονοείται συμμαχία του Αλάριχου με τους χριστιανούς.
- η μετάφραση της “Φιλολογικής Ομάδας Κάκτου”, από Ευνάπιος, Άπαντα, Βίοι φιλοσόφων και σοφιστών, 3.4-3.5, σελ. 98-99
- Καρπόζηλος Α., Βυζαντινοί ιστορικοί και χρονογράφοι, τ. Α’, σελ. 281
- Σιμόπουλος Κ., Ξένοι ταξιδιώτες στην Ελλάδα, τ. Α’, σελ. 26
Τοις λόγοις τον Έλληνα
τοιγαρούν ώσπερ πρότερον εις δύο πόλεις διήρητο τα των Ελλήνων πράγματα, την Σπάρτην και τας Αθήνας, ούτω νυν εις δύο πόλεις τα των Ελλήνων καλά, τήνδε τε και τας Αθήνας, ει δη τοις λόγοις μάλλον ή τω γένει τον Έλληνα κλητέον.
Έτσι λοιπόν, όπως παλιότερα τα ελληνικά πράγματα μοιράζονταν ανάμεσα σε δύο πόλεις, στη Σπάρτη και την Αθήνα, έτσι και τώρα τα καλά πράγματα μοιράζονται ανάμεσα σε δύο πόλεις, στην Αθήνα και σε τούτην εδώ την πόλη, αν βέβαια τα λόγια κάνουν τον Έλληνα και όχι η γενεαλογική καταβολή. (1)
Η ελληνιστική κληρονομιά στην ύστερη αρχαιότητα: η παιδεία κάνει τον έλληνα και όχι το γένος.
Ο ισχυρισμός του Λιβάνιου για την γενέτειρά του Αντιόχεια παραβλέπει οπωσδήποτε την Αλεξάνδρεια, αλλά ο λόγος είναι πανηγυρικός και πρέπει να παραβλέπει κανείς (ο Αντιοχικός γράφτηκε το 360).
- η μετάφραση της Αφροδίτης Καμάρα, από Λιβανίου, Αντιοχικός, σελ. 146-147
Θέουσιν εφ’ ιερά
συ μεν ουν ουθ’ ιερά κεκλείσθαι <εκέλευσας> ούτε μηδένα προσιέναι ούτε πυρ ούτε λιβανωτόν ούτε τας από των άλλων θυμιαμάτων τιμάς εξέλασας των νεών ουδέ των βωμών, οι δε μελανειμονούντες ούτοι … και κρατούντος του νόμου θέουσιν εφ’ ιερά φέροντες και λίθους και σίδηρον, οι δε και άνευ τούτων χείρας και πόδας. έπειτα Μυσών λεία καθαιρουμένων οροφών, κατασκαπτομένων τοίχων, κατασπωμένων αγαλμάτων, ανασπωμένων βωμών, τους ιερείς δε ή σιγάν ή τεθνάναι δει· … τολμάται μεν ουν καν ταις πόλεσι, το πολύ δε εν τοις αγροίς.
Εσύ, βασιλιά, ούτε διέταξες να κλείσουν τα ιερά ούτε απαγόρευσες την είσοδο σε αυτά. Δεν εξοβέλισες τη φωτιά ή το λιβάνι ή τα άλλα θυμιάματα από τους ναούς και τους βωμούς. Αυτοί όμως που είναι ντυμένοι στα μαύρα … , ενώ ο νόμος βρίσκεται ακόμη σε ισχύ, επιτίθενται κατά των ιερών με ξύλα και πέτρες και σίδερα, ή ακόμη και μόνο με τα χέρια και τα πόδια τους. Έπειτα ακολουθεί ολοκληρωτική καταστροφή των ναών και αφαιρούνται οι σκεπές και γκρεμίζονται οι τοίχοι και διαμελίζονται τα αγάλματα και ξεριζώνονται οι βωμοί και οι ιερείς έχουν να επιλέξουν ανάμεσα στη σιωπή και το θάνατο. … Αυτές οι πράξεις θρασύτητας συμβαίνουν και στις πόλεις, κυρίως όμως στους αγρούς. (1)
Οι λεηλασίες και καταστροφές των αρχαίων ναών είχαν αρχίσει πριν το 386 που γράφτηκε ο λόγος του Λιβάνιου, βασισμένες στον θρησκευτικό ζήλο των “μαυροντυμένων” χριστιανών και όχι σε νομιμοποιητικά αυτοκρατορικά διατάγματα, που θα έρθουν κάποια χρόνια αργότερα. Η μόνη αυτοκρατορική απαγόρευση που είχε μέχρι τότε δημοσιευτεί αφορούσε την τέλεση θυσιών.
- η μετάφραση της Αφροδίτης Καμάρα, από Λιβανίου, Προς Θεοδόσιον τον βασιλέα υπέρ των ιερών, σελ. 56-57, 58-59.
Ουιβία Περπέτουα
Ήμελλον δε καγώ εξετάζεσθαι. Και εφάνη εκεί μετά του τέκνου μου ο πατήρ, και καταγαγών με προς εαυτόν είπεν· “Επίθυσον ελεήσασα το βρέφος”. Και Ιλαριανός τις επίτροπος, ος … εξουσίαν ειλήφει μαχαίρας, λέγει μοι· “Φείσαι των πολιών του πατρός σου, φείσαι της του παιδίου νηπιότητος· επίθυσον υπέρ σωτηρίας των αυτοκρατόρων”. Καγώ απεκρίθην. “Ου θύω”. Και είπεν Ιλαριανός· “Χριστιανή ει;” Και είπον· “Χριστιανή ειμί”. Και ως εσπούδαζεν ο πατήρ μου καταβαλείν με από της ομολογίας, κελεύσαντος Ιλαριανού εξεβλήθη· προσέτι δε και τη ράβδω των δορυφόρων τις ετύπτησεν αυτόν· Καγώ σφόδρα ήλγησα, ελεήσασα το γήρας αυτού. Τότε ημάς πάντας προς θηρία κατακρίνει·
Είχε φτάσει η στιγμή να ανακριθώ και εγώ. Κι εμφανίστηκε εκεί ο πατέρας μου με το παιδί μου και τραβώντας με από το βήμα μου είπε: “Λυπήσου το μωρό και θυσίασε”. Και ο επίτροπος, κάποιος Ιλαριανός, που είχε την εξουσία να επιβάλλει τη θανατική ποινή, …, μου λέει: “Λυπήσου τ’ άσπρα μαλλιά του πατέρα σου, λυπήσου το μωρό σου και θυσίασε υπέρ της σωτηρίας των αυτοκρατόρων”. Κι εγώ αποκρίθηκα: “Δεν θυσιάζω”. Και ρώτησε ο Ιλαριανός: “Είσαι χριστιανή;” και είπα: “Είμαι χριστιανή”. Καθώς ο πατέρας μου έκανε ό,τι μπορούσε για να με κάνει να αναιρέσω την ομολογία μου, ο Ιλαριανός έδωσε εντολή και τον βγάλαν έξω. Και τότε ένας από τους φρουρούς τον κτύπησε με το ραβδί του. Κι εγώ πόνεσα τα γηρατειά του και λυπήθηκα υπερβολικά. Στη συνέχεια μας καταδικάζει όλους να θηριομαχήσουμε… (1)
Η Ουιβία Περπέτουα, μια εικοσιδυάχρονη Ρωμαία πολίτης από καλή οικογένεια, με επιμελή μόρφωση, μητέρα ενός παιδιού που θήλαζε ακόμη, θα μαρτυρήσει για τα θρησκευτικά της πιστεύω, μετά από καταγγελία στρατιωτών, στις 7 Μαρτίου του 203 στο αμφιθέατρο της Καρχηδόνας.
Στην φυλακή που κρατήθηκε θα γράψει στα ελληνικά, ένα σύντομο χρονικό των συμβάντων από τη σύλληψή της μέχρι την προηγούμενη του θανάτου της, που θα φτάσει μέχρι τις μέρες μας σε διάφορες εκδοχές, μία από τις οποίες φαίνεται πως είναι η αυθεντική. Ένα κείμενο λιτό και συγκλονιστικό στην αφοπλιστική του ειλικρίνεια.
- Η μετάφραση της Πολύμνιας Αθανασιάδη, από Αθανασιάδη Π., Το ημερολόγιο της αγίας Περπέτουας, σελ. 34-35
Απολείπειν ο θεός Αντώνιον
Σαν έξαφνα, ώρα μεσάνυχτ’, ακουσθεί
αόρατος θίασος να περνά
με μουσικές εξαίσιες, με φωνές -
την τύχη σου που ενδίδει πια, τα έργα σου
που απέτυχαν, τα σχέδια της ζωής σου
που βγήκαν όλα πλάνες, μη ανοφέλετα θρηνήσεις.
Σαν έτοιμος από καιρό, σα θαρραλέος,
αποχαιρέτα την, την Αλεξάνδρεια που φεύγει.
Προ πάντων να μη γελασθείς, μην πείς πως ήταν
ένα όνειρο, πως απατήθηκεν η ακοή σου·
μάταιες ελπίδες τέτοιες μην καταδεχθείς.
Σαν έτοιμος από καιρό, σα θαρραλέος,
σαν που ταιριάζει σε που αξιώθηκες μια τέτοια πόλι,
πλησίασε σταθερά προς το παράθυρο,
κι άκουσε με συγκίνησιν, αλλ’ όχι
με των δειλών τα παρακάλια και παράπονα,
ως τελευταία απόλαυσι τους ήχους,
τα εξαίσια όργανα του μυστικού θιάσου,
κι αποχαιρέτα την, την Αλεξάνδρεια που χάνεις. (1)
Γραμμένο για τον Μάρκο Αντώνιο, που νικημένος στη ναυμαχία του Ακτίου πολιορκείται πλέον στην Αλεξάνδρεια από τον Οκταβιανό, το ποίημα αυτό είναι ένα από τα γνωστότερα του Καβάφη.
Η υψηλή σύλληψη και η εκφραστική τελειότητα εξυψώνουν το ποίημα από το χαλαρό ιστορικό του υπόβαθρο και το ανάγουν σε διαχρονικό και αναφαίρετο κύκνειο άσμα συνοδό κάθε προαναγγελθέντος θανάτου.
- Καβάφη Κ.Π., Ποιήματα, τ. Α’, σελ. 20
Γράψτε ένα σχόλιο
Γράψτε ένα σχόλιο
Γράψτε ένα σχόλιο
